...

...

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

13 ίδια επίμονα σημεία στίξης.

«Και αν αφεθώ, να έχουνε κάπου να με πάνε...» Μα πού να με πάει και ποιος; Πώς; Νιώθω πλέον ανίσχυρη να αφεθώ... Πώς εμπιστεύεσαι κάποιον από την αρχή; Πώς αγαπάς; Ποιον αγαπάς; Πώς ερωτεύεσαι; Γιατί είναι τόσο δύσκολο; Γιατί γίναμε τόσο δύσκολοι οι άνθρωποι; Και αν τελικά δεν ξέρουμε τι θέλουμε, πώς γίνεται να το αποκτήσουμε;
Κουράστηκα να κουβαλάω δύο ανθρώπους μέσα μου. Πώς γίνεται να συνυπάρχει ο ρομαντισμός με τον κυνισμό, ο δυναμισμός με τη δειλία; Δεν ξέρω τι να επιλέξω, δεν μπορώ να επιλέξω, μα μέρα με τη μέρα νιώθω πως η επιλογή είναι αναπόφευκτη. Καλώς ή κακώς μία ζωή ζούμε. Μα αυτό με κουράζει, με κουράζει και με πονάει και με θλίβει και με κουράζει ξανά. Με κουράζουν οι ίδιοι άνθρωποι και με κουράζει το ίδιο εγώ. Για αυτό αλλάζω, μα ποιος μπορεί την αλλαγή να ακολουθήσει;
Γιατί γράφω; Νιώθω πως δεν έχω πια τι να πω... Έχω περιοριστεί σε έναν κύκλο και όλα είναι ίδια. Οι σκέψεις μου πάνε μέχρι εκεί και παραπέρα δεν ξέρω πώς να φύγω. Νιώθω πως προχωράω χωρίς να πηγαίνω μπρος, χωρίς να πηγαίνω πίσω, και όμως κινούμαι. Μα πού πηγαίνω, αλήθεια;

Κινούμαι εντός μου...

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Μπαίνω μια νύχτα, να βρω αλήθεια...

Γιασεμιού αέρας... Τον ανασαίνω... Και ταξιδεύω σε μια θάλασσα όμορφη, από κείνες του νησιού μου. Μια θάλασσα που πλένει όχι ρούχα, ούτε πλένει κορμιά. Εκείνη η θάλασσα πλένει ψυχές, τις εξαγνίζει. Δεν είναι πολύβουη παραλία, όχι την ώρα που επιλέγω εγώ να πάω. Είναι ήσυχη και το αεράκι σε συνδυασμό με τον παφλασμό των ελαφρών κυμάτων μου προσφέρει μια ήρεμη μελαγχολία που συχνά νοσταλγώ.

Γιασεμιού αέρας... Πόσο μπορεί να αγγίξει έναν άνθρωπο ένας στίχος απλός. Τον νιώθω να μου χτυπάει το πρόσωπο, να μου στεγνώνει τα δάκρια, που ποτέ δεν έτρεξαν από τα μάτια μου τη στιγμή που έπρεπε. Τη στιγμή που θα με λύτρωναν.

Βύσσινο και νεράντζι... Τα δάκρια αποφασίζουν ξαφνικά να κάνουν την εμφάνισή τους. Αγαπώ τη μοναξιά μου ώρες ώρες.

Βύσσινο και νεράντζι... Και μια πατρίδα που τώρα ξαφνικά αναγνωρίζω. Ένας τόπος που πάντα έμοιαζε ξένος φαντάζει ξαφνικά τόσο δικός μου. Είναι δικός μου... Και είμαι δική του, όσο μακριά και αν τελικά φύγω.

Του κουταλιού γλυκό... Η αγκαλιά και το χαμόγελο της μάνας μου... Της μαμάς μου.

Του κουταλιού γλυκό... Είναι άραγε αυτό που λείπει; Οικογένεια έρχεται στον νου μου. Σπίτι. Αγάπη. Ζεστασιά. Πώς άραγε να περιγράψεις όσα σου λένε οι λέξεις;

Μοιάζουν οι λέξεις αδύναμες μπρος στο συναίσθημά σου.