...

...

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Κάποτε θέλησα να ζήσω. Ήμουνα νέος τότε. Κρατούσα το χέρι της. Δεν ήθελα να φύγω. Ζούσα για ένα όνειρο-ή μήπως ζούσα σε όνειρο, ψυχή μου; Δεν ξέρω πια, δεν το θυμάμαι. Τώρα είμαι γέρος. Πάει καιρός που πήρα λάθος δρόμο. Η ζωή μου ανάσες και λόγια που δεν είπα ποτέ. Άραγε τα έγραψα; Μα ναι! Τα έγραψα, αυτό το ξέρω καλά. Όμως, ήταν σε χαρτί; Ή μήπως στις σελίδες του μυαλού μου; Όλα όσα σκέφτηκα θα διαβαστούν ποτέ; Ή μήπως χάθηκαν για πάντα;
Μακάρι να ήταν εδώ να μου θυμίσει, να μου εξηγήσει.

Απ’ το όνειρό μου ξύπνησα νωρίς. Γρήγορα έγινα άνθρωπος μεγάλος. Από εκείνους που μετράνε. Από εκείνους τους ασήμαντους, παιδί μου. Αυτό να το θυμάσαι. Να το θυμάσαι, γιατί ο παππούς σου προσπάθησε να το ξεχάσει. Δεν τα κατάφερε ποτέ. Αλήθεια, σε σένα μιλούσα και πρωτύτερα; Θα ορκιζόμουν πως ήταν εκείνη εδώ. Ένιωθα τα αιωνίως παγωμένα δάχτυλά της να μπλέκονται με τα δικά μου. Πίστεψα πως τώρα, τώρα που έφτασα στο τέλος, με συγχώρησε. Μα βέβαια με συγχώρησε! Με συγχώρησε και με λυπάται. Όπως κάνουν όλοι οι άνθρωποι που ακολουθούν τα όνειρά τους σε εκείνους που τα εγκαταλείπουν. Δεν έφταιγα που την άφησα. Όχι, όχι, μη σκουπίζεις τα δάκριά μου. Ίσως εκείνα καταφέρουν να με λυτρώσουν. Δεν έφταιγα, αλήθεια. Βλέπεις, γεννήθηκα με πνεύμα ανήσυχο και μια καρδιά δειλή. Για λίγο μόνο ο έρωτας την ξύπνησε. Δεν άντεξε πολύ. Σύντομα επέστρεψε στο οχυρό μιζέριας που τόσο επιμελώς είχε κατασκευάσει. Άλλωστε ο συμβιβασμός ήταν το μόνο που γνώρισε στη ζωή της. Τώρα, λοιπόν, που φεύγω, πες της να με συγχωρήσει. Μα τι σου λέω… Εκείνη έφυγε νωρίτερα από μένα. Ευχήσου μου να τη συναντήσω. Ίσως ο θάνατος δώσει κουράγιο στην ψυχή μου. Εσύ όμως πρέπει να ζήσεις τη ζωή σου. Εγώ περίμενα υπομονετικά τη μέρα του θανάτου μου για να το κάνω. Μη λυπηθείς, λοιπόν! Μην κλάψεις στάλα! Η μέρα έφτασε. Πρέπει να δώσω τέλος σε εκείνη την αιώνια αναμονή. Αντίο, παιδί μου! Και μην ξεχάσεις να γελάς! Γιατί θυμήσου: Πάω να ζήσω!